Αρχική ΑΡΧΕΙΟ ΤΑ ΝΕΑ ΜΑΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ – ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ – ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

Νέα Πελοπόννησος

ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ – ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

Του Γιώργου Ι. Χριστοδουλόπουλου

Ι. Τουρισμός, ανάπτυξη και τοπικές κοινωνίες

Συνήθως, όταν μιλάμε για τον τουρισμό, το θέμα περιστρέφεται γύρω από δύο άξονες. Ο πρώτος είναι οι προωθητικές ενέργειες, (ιδιωτικές, συλλογικές, δημοτικές, νομαρχιακές, περιφερειακές, κρατικές) έναντι του ανταγωνισμού. Ο δεύτερος είναι τα προβλήματα των επαγγελματιών του κλάδου (έναντι των tour operators, των εργασιακών σχέσεων, των τελών και των φόρων, της κρατικής γραφειοκρατίας κλπ). Και είναι αλήθεια ότι μπορεί να πει πολλά κανείς για το marketing και το management στον τουριστικό κλάδο στην Ελλάδα, σε όλα τα επίπεδα. Για την αναποτελεσματικότητα, την προβληματικότητα και τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις σπατάλης πόρων από κρατικούς, αυτοδιοικητικούς αλλά και ιδιωτικούς φορείς.

Ωστόσο όπως φάνηκε και από τους προβληματισμούς που αναπτύχθηκαν στην πρώτη Ανοιχτή Περιφερειακή Διαβούλευση, που έγινε στο Ναύπλιο ο τρόπος που πρέπει να δούμε την αλήθεια για τον Τουρισμό μας, οφείλει να είναι λίγο διαφορετικός. Πρέπει να δούμε την αλήθεια κατάματα. Το Ελληνικό Τουριστικό Προϊόν έχει χάσει την δυναμική του. Τις τελευταίες δεκαετίες, ενώ αυξήσαμε σημαντικά τις υποδομές και βελτιώσαμε την ποιότητά τους, δεν πετύχαμε να προστατεύσουμε, να το εμπλουτίσουμε και να αυξήσουμε την αξία του προϊόντος μας, ενώ αντίθετα αυξήσαμε το κόστος του. Δεν αρκούν πλέον τα παραδοσιακά του πλεονεκτήματα, (ήλιος και θάλασσα) ώστε να το διαφοροποιούν και να το κάνουν ξεχωριστό. Δεν καταφέραμε να διευρύνουμε το φάσμα των προορισμών στον Ελληνικό χώρο και να κερδίσουμε εποχική επέκταση της ζήτησης. Υποχωρούμε απέναντι σε έναν αυξανόμενο ανταγωνισμό, την ώρα που η παγκόσμια τουριστική πίτα μεγαλώνει και προβλέπεται να μεγαλώνει με ρυθμούς μεγαλύτερους από οποιουδήποτε άλλο κλάδο.

Η Πελοπόννησος, έχει όλα τα χαρακτηριστικά, συγκεντρώνει όλα τα πλεονεκτήματα, που μπορούν να την κατατάξουν στην κορυφή των τουριστικών προορισμών παγκοσμίως. Δεν χρειάζεται να απαριθμήσουμε τα φυσικά, ιστορικά πολιτιστικά στοιχεία που συνηγορούν σε αυτό. Αρκεί γι’ αυτό να σημειώσουμε πως το πρώτο μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς που ανακήρυξε η UNESCO, ήταν ο Ναός του Επικούρειου Απόλλωνα και το πιο πρόσφατο η Μεσογειακή Διατροφή. Τι λείπει; Μήπως απλώς και μόνο μια επιτυχημένη πολιτική προώθησης ή κάτι βαθύτερο;

Είναι λοιπόν ώρα να δούμε το ίδιο το προϊόν που προσφέρουμε. Αναλογιζόμενοι πόσο σύνθετο είναι αυτό το προϊόν και πόσο σύνθετος είναι ο τρόπος με τον οποίο αξιολογείται από τους υποψήφιους αγοραστές του, θα καταλάβουμε πως δεν θα πετύχουμε να γίνουμε ανταγωνιστικοί, αν αυτό το επιχειρούμε μόνο ως μια σειρά εφαρμογών κάθε είδους τεχνικών συνταγών επικοινωνίας. Έχουμε παραδείγματα με αρκετές τέτοιες απόπειρες στο παρελθόν, που έκλεισαν άδοξα τον κύκλο τους. Δεν θα το πετύχουμε γιατί, απλούστατα, το προϊόν μας δεν θα έχει μια αυθεντική σύνθεση των πλεονεκτημάτων που μπορεί να συγκεντρώσει και η οποία, θα του έδινε όλη αυτή την προστιθέμενη αξία που χρειάζεται. Μόνο μια ολιστική άποψη, που θα αντιμετωπίζει το τουριστικό προϊόν ως προϊόν που συντίθεται στα πλαίσια μιας ολοκληρωμένης περιφερειακής ανάπτυξης, μπορεί να δώσει μια νέα ισχυρή δυναμική και στο τουριστικό προϊόν.

Μπορούμε προκαταβολικά να πούμε πως, η κατακλείδα μιας συζήτησης υπό αυτή την αντίληψη, δεν θα είναι άλλη από τη διαπίστωση πως το τουριστικό προϊόν βρίσκεται στα χέρια των τοπικών κοινωνιών. Ας αναρωτηθούμε ποιών κοινωνιών όμως; Αυτών που οι φαυλότητες των πολιτικών επιλογών τις κατακερμάτισαν και τις αλλοτρίωσαν, που φυλλορρόησαν από την αύξηση της αστυφιλίας, και κλωνοποίησαν το οικιστικό μοντέλο της Αθήνας, που μπολιάστηκαν με απαξιωτικές ιδεοληψίες για κάθε απασχόληση εκτός δημοσίου, έχασαν παράδοση και ταυτότητα και καταδικάστηκαν σε πολιτιστική υπανάπτυξη και αναπηρία; Μήπως αυτών των τοπικών κοινωνιών που, εντέλει, βίωσαν πολλές υποσχέσεις ανάπτυξης ως βίαιες καταστροφές του δικού τους οικοσυστήματός; Πως και πόσο αυτές οι τοπικές κοινωνίες μπορούν να στηρίξουν το τουριστικό προϊόν;

Πριν σηκώσουμε το δάχτυλο να τις κατηγορήσουμε ή να τις «διδάξουμε», ας προσέξουμε τι ακριβώς τους ζητάμε. Για να ανταποκριθούν οι τοπικές κοινωνίες σε μια προσπάθεια ανασύνθεσης της συνολικής φυσιογνωμίας του τουριστικού μας προϊόντος, πρέπει να βρεθούν συμμέτοχες σε μια σειρά από οφέλη, που συναθροιζόμενα θα προσδιορίζουν το χαρακτήρα μιας αξιοβίωτης ανάπτυξης. Μιας ανάπτυξης που δεν θα αποξενώνει τους ανθρώπους από τον τόπο τους, αλλά θα επαναφέρει την αγάπη και την περηφάνια για τον τόπο, τη γειτονιά, τη δουλειά του καθενός. Μιας ανάπτυξης που θα στηρίζεται σε ένα ευρύ και αξιόπιστο πλέγμα υποδομών και που θα ανατροφοδοτείται από μια ευρηματική αλλά υπεύθυνη επιχειρηματικότητα. Οφείλουμε να αποκλείσουμε ένα αναπτυξιακό πρότυπο υπερπαραγωγής και υπερκατανάλωσης, που θα αποζητά μια εξαντλητική εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, την αποκομιδή γρήγορων κεφαλαιακών κερδών και την δημιουργία υπεραξιών γης. Γιατί Ένα τέτοιο πρότυπο, είναι βέβαιο πως θα αλλοτριώσει τις τοπικές κοινωνίες οι οποίες το ακολουθήσουν, (όπως έχει συμβεί πολλές φορές ως τώρα), αλόγιστα και αχαλίνωτα, παραμερίζοντας αξίες και αναστολές, σε μια εκφυλιστική και αυτοκαταστροφική πορεία.

Πολύ σωστά θεωρούμε τον Τουρισμό ως «ατμομηχανή» της ανάπτυξης για την Περιφέρεια της Πελοποννήσου και πολύ σωστά στρέφουμε σε αυτόν τις προσδοκίες μας. Ας μην θεωρήσουμε όμως πως αυτό θα είναι άλλη μια γρήγορη «παρτίδα», σας αυτές στις οποίες «ποντάραμε» τα τελευταία χρόνια. Θα χρειαστεί σχέδιο, κόπος, υπομονή επιμονή και πάνω απ’ όλα αλλαγή νοοτροπίας.

ΙΙ. Το φυσικό και το πολιτισμικό μας απόθεμα

Στο πρώτο μέρος, αναφερθήκαμε σε μια ολιστική αντίληψη μιας αξιοβίωτης ανάπτυξης, εντός της οποίας και μόνο, θεωρούμε πως το τουριστικό προϊόν μπορεί να συντεθεί με μεγάλη προστιθέμενη αξία και μακρά βιωσιμότητα. Ας δούμε λοιπόν τι μπορεί να σημαίνουν αυτά.

Ένας τουριστικός προορισμός συγκεντρώνει αξίες, κληρονομημένες από τη φύση και την ιστορία του. Αξίες που τις διατηρούν η παράδοση και η επίγνωση της ιστορικής, αρχαιολογικής, πολιτισμικής ή αισθητικής σημασίας του τόπου, αξίες που πολλές φορές σημαίνονται από το ίδιο το όνομα του τόπου. Αυτόν τον πλούτο, πρέπει να τον διαχειριστούμε με φρόνηση. Καθώς για ένα μεγάλο μέρος ταξιδιωτών (κυρίως μάλιστα αυτών που πραγματοποιούν μεγάλη κατά κεφαλή δαπάνη) η αντίληψη για την πολυτέλεια απομακρύνεται από την κατανάλωση και προσανατολίζεται στην ποιότητα και το «ευ ζην», το ζητούμενο είναι μια «αυθεντική σύνθεση» του τουριστικού προϊόντος.

Επενδύσεις που προκαλούνται και τεκμηριώνονται από τα πολιτισμικά και φυσικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, πρέπει να γίνονται με σεβασμό προς αυτά και με προσεχτικό σχεδιασμό, πρέπει να προσφέρουν σαφή «ποιοτικά αντισταθμίσματα», που θα συμβάλουν, ως προστιθέμενη αξία, στην μακροπρόθεσμη προστασία αυτών των πλεονεκτημάτων. Θα πρέπει επίσης να περιέχουν σαφή συνεισφορά στην ολοκληρωμένη ανάπτυξη της περιοχής τους. Ωστόσο αυτό είναι η μια πλευρά του νομίσματος. Το ανάλογο θα πρέπει να ισχύει και για άλλες επενδυτικές αφετηρίες. Καμία επένδυση, ιδιωτική ή δημόσια, δεν θα πρέπει να γίνεται, χωρίς όλες τις προβλέψεις αρμονικής συνύπαρξής της με το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον. Ακόμη περισσότερο, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, αυτή η συνύπαρξη θα πρέπει να κατευθύνεται και στον εμπλουτισμό του τουριστικού προϊόντος. Χωρίς να κάνουμε το λάθος μιας «δαιμονοποίησης» της επιχειρηματικότητας και της δυναμικής της, πρέπει να απευθυνθούμε στον οραματισμό των επιχειρηματιών, πολλοί από τους οποίους δείχνουν να καταλαβαίνουν πως το τουριστικό προϊόν θα γίνει ανταγωνιστικό, μόνο αν πάρει μορφές που επιτυγχάνουν την επιχειρηματική αξιοποίηση του φυσικού και του πολιτισμικού αποθέματος, χωρίς να το αλλοιώνουν, να το εξαντλούν ή να το καταστρέφουν, αλλά να προσθέτουν αξία σε αυτό με την ανάπτυξη τουριστικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων.

Ένα από τα μυστικά για αυτό είναι η «αρχή της κλίμακας» των επενδύσεων σε κάθε περιοχή. Για να μην υπάρξει παρεξήγηση, αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση πως θα πρέπει να αποκλείσουμε ή να μην προσκαλέσουμε, να μην επιδιώκουμε επενδύσεις μεγάλης κλίμακας. Σημαίνει όμως πως οφείλουμε να είμαστε πολύ προσεκτικοί για το που αυτό μπορεί να γίνει και με ποιους όρους. Η αρχή της κλίμακας, πρέπει να εφαρμόζεται τόσο με αυστηρές χωροταξικές παραμέτρους όσο και με λειτουργικές παραμέτρους, που αφενός θα εξετάζουν τη συμβατότητα κάθε επένδυσης με τη συνολική διαχείριση των φυσικών πόρων, αφετέρου θα προσδιορίζουν και θα αλληλοεξαρτούν, τις αναγκαίες παράλληλες και συμπληρωματικές υποδομές που ιδιώτες, το Κράτος, ή η Αυτοδιοίκηση, θα πρέπει και θα μπορούν να αναλάβουν και να πραγματοποιήσουν. Επομένως η κλίμακα θα πρέπει να εφαρμόζεται όχι μόνο για κάθε χωριστή περίπτωση επένδυσης, αλλά και στο σύνολο των τουριστικών δραστηριοτήτων κάθε περιοχής, ώστε να ελέγχεται η μεγέθυνση και ο κορεσμός και να επιτυγχάνεται η αρμονική ανάπτυξη. Πρέπει βεβαίως να φροντίσουμε ώστε οι κανόνες της κλίμακας να είναι γνωστοί και διαφανείς, να προσέξουμε ώστε να υπάρχουν γρήγορες αποφάσεις περιβαλλόμενες με κύρος, ώστε η εφαρμογή της αρχής της κλίμακας να μην οδηγεί τους επενδυτές σε ένα γραφειοκρατικό αδιέξοδο ή άλλες περιπέτειες.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να προσέξουμε κάτι σημαντικό. Η ανάδειξη ενός τουριστικού προορισμού, θα δημιουργήσει και ώθηση για μια άλλη σημαντική διάσταση του τουρισμού, αυτή της ιδιόκτητης τουριστικής κατοικίας. Αυτή η διάσταση, έχει ιδιαίτερα θετική σημασία για την οικονομική ζωή ενός τόπου, και τη άμβλυνση της εποχικότητας του τουριστικού εισοδήματος. Ωστόσο, ενέχει πολλούς κινδύνους λόγω της αύξησης στις αξίες της γης και των γνωστών πλεγμάτων κερδοσκοπικών συμφερόντων και συμπεριφορών. Πρέπει επομένως να εντάσσεται με πολύ μεγάλη αυστηρότητα στους κανόνες της «κλίμακας», για να μην λειτουργήσει ως μπούμερανγκ με φαινόμενα που αποτέλεσαν αρνητικές ως σήμερα εμπειρίες, με πολλά παραδείγματα τόσο στην Ελλάδα όσο και αλλού.

Η Πελοπόννησος είναι ένας τόπος με ένα καταπληκτικό σε ποικιλία τοπίο με έναν μαγευτικό λυρισμό και με 47 περιοχές που έχουν καταγραφεί και προστατεύονται από τα προγράμματα Natura 2000, για τα σπάνια είδη χλωρίδας και πανίδας τους. Αυτές οι περιοχές αποτελούν ένα μεγάλο «φυσικό περιηγητικό χάρτη» που περιλαμβάνει οροσειρές, υδροβιότοπους, ποταμούς και χερσονήσους. Σε αυτή την περιήγηση, οι παραδοσιακοί οικισμοί, οι δρόμοι του κρασιού με τις μοναδικές ποικιλίες του μοσχοφίλερου και του αγιωργήτικου, τα χρώματα των Ελαιώνων και το παρθένο ελαιόλαδο, τα βοσκοτόπια των αιγοπροβάτων και οι γευστικές ποικιλίες των γαλακτοκομικών, διαμορφώνουν και συνθέτουν την ποιοτική βάση του τουριστικού προϊόντος και υπαγορεύουν το μέτρο στην «αρχή της κλίμακας» και την εφαρμογή της. Εξάλλου αυτό το φυσικό κάλλος έδωσε και το μέτρο που μας κληροδοτούν αρχαίοι τόποι και μνημεία, ναοί, θέατρα, στάδια, αγορές και βουλευτήρια. Σε απόλυτη αρμονία με το περιβάλλον, μας υπενθυμίζουν πως στην Πελοποννησιακή γη παλλόταν η ψυχή του αρχαίου Ελληνικού κόσμου. Αυτή την αρμονία και το μέτρο επιζητούν όσοι επισκέπτονται ένα προορισμό που τους υπόσχεται μια περιήγηση στ’ αχνάρια μιας παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς

ΙΙΙ. Συγκριτικά και ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα

Στο προηγούμενο μέρος εισαγάγαμε την «αρχή της κλίμακας», ως ενός από τα μυστικά στην προσπάθεια μιας αυθεντικής σύνθεσης του τουριστικού μας προϊόντος, ώστε να υπάρξει εκείνη προστιθέμενη αξία που είναι έτοιμοι να αμείψουν, ως ιχνηλάτες μιας παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, ταξιδιώτες που αναζητούν την ποιότητα και το «ευ ζην». Η Πελοπόννησος συγκεντρώνει το πλουσιότερο μίγμα προϊόντος από κάθε άλλη περιφέρεια της Ελλάδας (όπως δείχνει και η βαθμολογία της για την, εν δυνάμει, ικανοποίηση των προτεραιοτήτων, από την πλευρά της ζήτησης, στην επιλογή τουριστικού προορισμού). Ωστόσο, η ζήτηση και η προσφορά της περιφέρειας μας πλήττεται από τις παθογένειες του τουριστικού μοντέλου που επικράτησε στην Ελλάδα τις προηγούμενες δεκαετίες. Το ζητούμενο είναι μια διαχείριση της προσφοράς, που θα δώσει στην περιφέρεια ένα νέο μοντέλο, ικανό να επιτρέψει στον τουρισμό της να ξεφύγει από το τέλμα αυτών των προβλημάτων και να είναι γίνει ανταγωνιστικός και σε μάκρος βιώσιμος.

Πριν προχωρήσουμε, γίνεται απαραίτητη η προσέγγιση της δύσκολης και πολυδιάστατης έννοιας της ποιότητας των υπηρεσιών, που ασφαλώς δεν θα πρέπει να την μπερδεύουμε με την πολυτέλεια. Η ποιότητα υπηρεσιών αναφέρεται στην λειτουργική και αισθητική πληρότητα που στηρίζουν οι υποδομές και το προσωπικό. Η ποιότητα δεν είναι στατική έννοια και ο προσδιορισμός της υπόκειται σε μια και μόνη, αδιάψευστη παράμετρο, που είναι η αντοχή στη μακρόχρονη αξιολόγηση και αμοιβή της από την αγορά. Η στρατηγική του δικού μας τουριστικού προϊόντος δεν μπορεί να είναι άλλη από την διεκδίκηση μιας υψηλής αξιολόγησής του και αμοιβής του, από την εξωτερική, αλλά και την εσωτερική αγορά. Είναι ίσως απαραίτητο να διευκρινιστεί εδώ, ότι η διεκδίκηση υψηλής αμοιβής δεν σημαίνει αλόγιστη ή τυχοδιωκτική τιμολογιακή πολιτική. Αντίθετα σημαίνει αιτιολόγηση μιας προσεχτικής τιμολόγησης των υπηρεσιών και υποστήριξη μιας μακράς βιωσιμότητας. Τα φαινόμενο της ακριβής τιμολόγησης υπηρεσιών οι οποίες δεν προσφέρονται παρά ως μια ανεκπλήρωτη υπόσχεση, επιφέρουν σοβαρό πλήγμα στη συνολική εικόνα του προϊόντος μας. Το ίδιο συμβαίνει και με το ανεπαρκές σύστημα σηματοδότησης του ΕΟΤ, αλλά και με τα σύνδρομα συμπλεγματικής αντίληψης και συμπεριφοράς κατά την παροχή των υπηρεσιών. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι τουρισμός σημαίνει, πρώτα και πάνω από όλα, υπηρεσίες. Η επιδίωξη της προσέλκυσης τουριστών υψηλής κατά κεφαλή τουριστικής δαπάνης, δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα υπερτιμημένο προϊόν, με πενιχρή προστιθέμενη αξία, που επιδιώκει να εξαργυρώσει ακριβά τα συγκριτικά του πλεονεκτήματα, του φυσικού κάλλους και της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Σήμερα η αγορά, αναδεικνύει ως ανταγωνιστικό και ταυτόχρονα υψηλά αμειβόμενο, εκείνο το προϊόν που διαφοροποιεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες του από τις μορφές μαζικού τουρισμού, παρέχει υπηρεσίες που απευθύνονται εξειδικευμένα σε κατηγορίες ή και ειδικές ομάδες επισκεπτών, επιτυγχάνει την προσωποποίηση και εξατομίκευση της τουριστικής εμπειρίας και διαθέτει οπωσδήποτε μια έγκυρη -και μάλιστα ολική- πιστοποίηση ποιότητας. Αυτό σημαίνει πως για μια συστηματική σύνθεση του συνολικού τουριστικού προϊόντος, απαιτούνται: η περαιτέρω αναβάθμιση των υποδομών, η εισαγωγή καινοτομιών, η εκπαίδευση του προσωπικού, η δόμηση υπηρεσιών σχετικών με το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον και η διασύνδεση των παρερχομένων τουριστικών υπηρεσιών με την τοπική παραγωγή (αγροτική-βιοτεχνική-χειροτεχνική), μέσα από μορφές συνεργατικότητας και δικτύωσης. Η σύνθεση αυτή θα επιτυγχάνει τη διαφοροποίηση και την εμπλουτισμένη διαμόρφωση του τουριστικού προϊόντος, με την αξιοποίηση και των λεγόμενων εναλλακτικών μορφών τουρισμού, κυρίως όμως με την αξιοποίηση δια-κλαδικών συνεργιών. Οι μορφές αυτές μπορούν να αποτελούν συμπληρωματικό στοιχείο, που θα αξιοποιεί ιδιαίτερα γνωρίσματα και στοιχεία των τοπικών προορισμών, πάνω στον κύριο χαρακτήρα του τουριστικού προϊόντος της περιφέρειας.

Όλα τα παραπάνω μας οδηγούν στο συμπέρασμα πως, η στρατηγική της τουριστικής ανάπτυξης στην Πελοπόννησο, πρέπει να επιχειρήσει τη συνάντησή της με την ζήτηση για ένα προϊόν που θα έχει ως κεντρικό άξονα του σχεδιασμού του την «περιήγηση». Ο «περιηγητικός τουρισμός», αποτελεί την μορφή τουρισμού που ταιριάζει κατεξοχήν στα χαρακτηριστικά της Πελοποννήσου ως προορισμού και μπορεί να αξιοποιήσει όλα τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα που διαθέτει. Εξάλλου, αυτό είναι το προϊόν για το οποίο οι κυριότερες αγορές προέλευσης των επισκεπτών μας, φαίνεται πως είναι έτοιμες να διαθέσουν μια μεγάλη δαπάνη (τη δεύτερη σε μέγεθος και προτεραιότητα μετά από αυτήν για «ήλιο και θάλασσα»). Πολλές άλλες μορφές τουρισμού μπορούν να ενταχθούν σε ένα περιηγητικό τουριστικό προϊόν, ενώ αυτό μπορεί να είναι συμβατό και ελκυστικά συμπληρωματικό, με τις περισσότερες προτεραιότητες επιλογής προορισμού. Ενδεικτικά αναφέρουμε προϊόντα και υπηρεσίες που αφορούν τον πολιτισμό, τη γαστρονομία, την εκπαίδευση και τον αθλητισμό.

Μια τέτοια στρατηγική επιλογή, χωρίς να απαρνηθεί, το (παρά τα προβλήματα ανταγωνιστικότητας με άλλους Μεσογειακούς προορισμούς) ισχυρό «ήλιος και θάλασσα», θα αναδείξει ως ενιαίο προορισμό το φυσικό θα αλλάξει τον τουριστικό ανάγλυφο της Πελοποννήσου, εξισορροπώντας την συγκέντρωση της προσφοράς, τις αναλογίες στη σχέση αλλοδαπής και εσωτερικής ζήτησης κατά περιοχή, την έντονη εποχικότητα, καθώς και τα μέσα και οριακά κοστολόγια. Θα φέρει τη δικτύωση και συνεργατικότητα, ως παράγωγα της και θα απεγκλωβίσει τις προσπάθειες εμπλουτισμού του τουριστικού προϊόντος, από τις εντός των ξενοδοχειακών συγκροτημάτων προστιθέμενες υπηρεσίες (διαχέοντας το τουριστικό προϊόν και το οφέλη του). Όμως αυτό θα σημάνει πως το σύνολο των υποδομών και των υπηρεσιών που θα προσφέρονται σε ένα τέτοιο στρατηγικό σχεδιασμό (από το οδικό δίκτυο ως τη σήμανση και ως τις δημόσιες τουαλέτες, από τις συνθήκες επισκεψιμότητας ενός αρχαιολογικού χώρου ως το φωτισμό ενός μουσειακού εκθέματος και τη διαθεσιμότητα ενός οδηγού, από το πρωινό ενός ξενοδοχείου ως την είσοδο ενός τυροκομείου και ως το τραπεζομάντιλο μιας ταβέρνας), θα πρέπει να ανταποκρίνονται στην λειτουργική και αισθητική πληρότητα που ορίζουν την ποιότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών.

Η ανάπτυξη μιας τέτοιας στρατηγικής διαχείρισης του προσφερόμενου προϊόντος, βαραίνει πρωτίστως την αυτοδιοίκηση και κυρίως την Περιφερειακή. Η αλλαγή μοντέλου τουριστικής ανάπτυξης δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση. Είναι μια πολύ βαθειά αλλαγή που θα φέρει και ανατροπές, θα έχει τις δικές της απαιτήσεις, θα πρέπει να κερδίσει την εμπιστοσύνη της αγοράς και απαιτεί σύντονες ενέργειες για δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις.

IV. Τα προαπαιτούμενα για μια στρατηγική ανασύνθεση

Στα προηγούμενα μέρη, ισχυριστήκαμε ότι η στρατηγική ανασύνθεσης του τουριστικού προϊόντος της Πελοποννήσου θα πρέπει να αρθρωθεί γύρω από τον άξονα του «περιηγητικού τουρισμού», κάτω από μια ολιστική αντίληψη για μια ολοκληρωμένη ανάπτυξη. Για αυτή την στρατηγική, θεωρήσαμε πως η περιβαλλοντική προστασία και η ολικά πιστοποιημένη ποιότητα, είναι προϋποθέσεις για την διαχείριση του πολιτισμικού μας αποθέματος και την ανάδειξή του σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Αυτό το πλεονέκτημα μπορούμε να το ενεργοποιήσουμε μόνο αν συνδυάσουμε την πολιτιστική κληρονομιά με μια πραγματικά ελκυστική σύγχρονή πολιτιστική παρουσία (από τα μουσεία, τις σύγχρονες τέχνες ή τις εκδηλώσεις ως την οδική συμπεριφορά, τα αδέσποτα ή τα σκουπίδια).

Με τις νέες αυτοδιοικητικές οντότητες που ορίζει ο «Καλλικράτης», δίνεται η δομή και η ευκαιρία να επιχειρηθεί αυτή η στρατηγική με αξιώσεις επιτυχίας. Όπως είπαμε και στο πρώτο μέρος, σε τελική ανάλυση το τουριστικό προϊόν βρίσκεται στα χέρια των τοπικών κοινωνιών. Η όποια στρατηγική ανασύνθεσής του, μπορεί να επιτύχει αν η Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση, αναλάβει το βάρος του σχεδιασμού και συντονισμού της. Σε αυτή την ανασύνθεση απαιτείται η άσκηση εξειδικευμένων πολιτικών και δράσεων της Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης, στις οποίες θα πρέπει να ενταχθούν και προσπάθειες επαγγελματικών, συλλογικών και ιδιωτικών φορέων αλλά και συνεργασίες με την Κυβέρνηση, τον ΕΟΤ και τους λοιπούς σχετικούς οργανισμούς, ασφαλώς με την Αποκεντρωμένη Περιφερειακή Διοίκηση , όπως εξάλλου και με τους Δήμους.

Αμέσως τίθεται ένα εγγενές ερώτημα: Με ποια μέσα, ποια εργαλεία, θα μπορέσει η Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση να ξεδιπλώσει αυτές τις πολιτικές και δράσεις, όταν μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις δεν εμπίπτουν στις άμεσες δικαιοδοσίες της; Η αιρετή Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση έχει στα χέρια της πολλά εργαλεία που μπορεί να χρησιμοποιήσει κατά άμεσο ή έμμεσο τρόπο αρκεί να έχει σχέδιο και βούληση. Όμως η αιρετή Περιφέρεια έχει και την πολιτική δύναμη και νομιμοποίηση, αφενός να θέτει τους στρατηγικούς και τους ενδιάμεσους στόχους ενός περιφερειακού προγράμματος, αφετέρου να κινείται για την εφαρμογή του σε τρία επίπεδα: το διοικητικό, το διεκδικητικό, και το παρεμβατικό. Θα πρέπει επίσης να σημειώσουμε, πως θα πρέπει να υπάρξουν ιδιαίτερες πολιτικές την ύπαρξη ανοιχτής γραμμής μεταξύ περιφέρειας και των επαγγελματικών ενώσεων του κλάδου και των επιμελητηρίων, για την αξιοποίηση του ρόλου μη κυβερνητικών οργανώσεων, την αφύπνιση του πνεύματος του εθελοντισμού και την κινητοποίηση και αξιοποίηση των ομογενών της διασποράς. Θα πρέπει επίσης να συσταθεί μια ειδικευμένη συμβουλευτική ομάδα (think tank) που θα παρακολουθεί την προσπάθεια και θα την τροφοδοτεί με επεξεργασμένες προτάσεις και ιδέες. Είναι ωστόσο βέβαιο ότι η εφαρμογή πολιτικών της περιφέρειας για τον Τουρισμό, θα πρέπει να τεθούν υπό τη διαχείριση ενός ενιαίου φορέα, ενός ισχυρού οργάνου που θα αναλάβει την τη δυναμική ανασύνθεση και διαχείριση του τουριστικού προϊόντος. Αυτός πρέπει να είναι μια χωριστή Αναπτυξιακή Εταιρεία, η οποία πρέπει να συσταθεί με αυτόν τον ειδικό σκοπό, όπως δυνητικά προβλέπει ο νόμος.

Οι πολιτικές και δράσεις, σε επίπεδο Περιφέρειας πρέπει να αρθρώνονται σε ενέργειες, που μπορούν να διακριθούν αφενός στις «ουκ άνευ» διεκδικήσεις, παρεμβάσεις και ενέργειες (που κατ’ ουσία αποτελούν προαπαιτούμενα οποιασδήποτε στρατηγικής για τον τουρισμό στα πλαίσια μια ολοκληρωμένης περιφερειακής ανάπτυξης) και αφετέρου στις πρωτοβουλίες και δράσεις υψηλής και μακράς στόχευσης. Όσο αφορά τις πρώτες, μπορούμε να αναφερθούμε ενδεικτικά:

 στη βελτίωση και αναβάθμιση των δημόσιων και ιδιωτικών υποδομών (Επαρχιακό οδικό δίκτυο, αεροδρόμια χαμηλού κόστους, μαρίνες και λιμάνια για κρουαζερόπλοια, αλλά και Ξενοδοχειακές μονάδες, χώροι εστίασης, αναψυχής κλπ).
 στην διευκόλυνση, τη φροντίδα αλλά και στον έλεγχο της πρόσβασης και της επισκεψιμότητας περιοχών ιδιαίτερου φυσικού κάλλους.
 στο βραχυπρόθεσμο και το μακροπρόθεσμο σχεδιασμό της περιβαλλοντικής διαχείρισης (προστασία ακτών, δασών και βιοτόπων, υδάτινοι πόροι, πράσινη ενέργεια).
 στην χωροθέτηση και αυστηρή εφαρμογή κανόνων για οχλούσες δραστηριότητες (Μάντρες υλικών, σφαγεία, νταμάρια, μπάζα κλπ ).
 στην εφαρμογή προγραμμάτων συντήρησης και ανάπλασης οικισμών και αναπαλαίωσης διατηρητέων κτηρίων.
 στην εκτεταμένη και επιμελημένη σήμανση (διαδρομών, μνημείων, προορισμών) και σε κανόνες για την ορθή σήμανση ιδιωτικών μονάδων.
 στην εφαρμογή των κανόνων της «κλίμακας», που θα εντάσσει αρμονικά την κάθε επένδυση σε μια σχεδιασμένη, ολοκληρωμένη ανάπτυξη (θα πρέπει να υπάρχει επιμονή σε αιτιολογικές εκθέσεις χωροταξικής μελέτης, ογκοπλαστικής και αρχιτεκτονικής διάπλασης ).
 στη χωροθέτηση και στην παροχή κινήτρων για την ανάπτυξη της τουριστικής κατοικίας.
 στον ουσιαστικό, αυστηρό και προσεχτικό έλεγχο της σκοπιμότητας και βιωσιμότητας των τουριστικών επενδύσεων που εντάσσονται στον Αναπτυξιακό νόμο.
 στην υποστήριξη των επιχειρηματικών πρωτοβουλιών, με έργα που θα βελτιώνουν την πρόσβαση, τις γειτνιάζουσες υποδομές και την περιβάλλουσα περιοχή.
 στη στοχευμένη προσέλκυση μεγάλων τουριστικών επενδύσεων σε επιλεγμένες περιοχές,
 μικρού μεγέθους επενδύσεις, σε περιοχές με ειδικό ενδιαφέρον, με περιεχόμενο που θα προσθέτουν αξία στο συνολικό προϊόν.
 στην ανάδειξη, στη φύλαξη στην ενοποίηση και στις συνθήκες επισκεψιμότητα αρχαιολογικών χώρων.
 στη κτιριακή αναβάθμιση, τη συντήρηση, τον εκσυγχρονισμό, την λειτουργία, των Μουσείων, καθώς και τη δημιουργία νέων (αρχαιολογικών – βυζαντινών – ιστορικών – λαογραφικών – θεματικών – εικαστικών)
 στην ενίσχυση πρωτοβουλιών αναβάθμισης της σύγχρονης τοπικής πολιτιστικής δραστηριότητας, τόσο όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τις παραδοσιακές γιορτές και έθιμα, όσο και με τις δράσεις ομίλων και συλλόγων ή τοπικών αυτόνομων καλλιτεχνών. (Με προσοχή σε πολλά φαινόμενα που έχουν εκφυλίσει, σε μερικές περιπτώσεις, αυτές τις δράσεις)
 στον προγραμματικό σχεδιασμό για τη φιλοξενία αθλητικών γεγονότων πανελλήνιου ενδιαφέροντος.
 στην ενθάρρυνση και ενίσχυση δημιουργίας χώρων και προγραμμάτων επισκεψιμότητας παραγωγικών μονάδων.
 στην ενθάρρυνση και ενίσχυση, των σχημάτων συνεργατικότητας και δικτύωσης σε νέα δια-κλαδικά επιχειρησιακά σχήματα.
 στην διαρκή εκπαίδευση και κατάρτιση του προσωπικού όλων των φορέων, των εμπλεκομένων με την παροχή τουριστικών υπηρεσιών.
 στον ουσιαστικό, διαρκή και αυστηρό έλεγχο του ΕΟΤ, και στη διασφάλιση της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών (με ουσιαστικές αλλαγές και στην κατηγοριοποίησης και την σήμανσή της).

Προφανώς ο κατάλογος δεν εξαντλείται και τα περισσότερα θεωρούνται ίσως αυτονόητα. Πολλά από αυτά, είναι αλήθεια πως, έχουν αποσπασματικά ή περιπτωσιολογικά επιχειρηθεί, κάτω μάλιστα από προγράμματα χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό που δεν έχει γίνει, είναι η ένταξή τους σε έναν ενιαίο και συντονισμένο σχεδιασμό, και η παρακολούθηση της εφαρμογής του κάτω από μια συγκεκριμένη περιφερειακή πολιτική στρατηγική τουριστικής ανάπτυξης. Μόνο έτσι θα έχουμε τη βάση για να αναπτυχθούν οι στρατηγικές δράσεις που θα στοχεύουν μια υψηλή κατάταξη της Πελοποννήσου, ανάμεσα στους παγκόσμιους τουριστικούς προορισμούς.

V. Η Πελοπόννησος στον παγκόσμιο τουριστικό χάρτη)

Ως τώρα, στα μέρη που προηγήθηκαν προσεγγίσαμε βασικές στρατηγικές επιλογές για μια βαθειά τομή και τις ελάχιστες προϋποθέσεις για την ανασύνθεση της τουριστικής προσφοράς στην Περιφέρεια Πελοποννήσου. Θεωρήσαμε τον «Καλλικράτη» ως μια ευκαιρία για αυτό. Πέρα όμως από τις καθ’ όλα νομιμοποιημένες και προαπαιτούμενες διεκδικητικές και παρεμβατικές πολιτικές και δράσεις της αιρετής Περιφερειακής Αρχής, μιλήσαμε για τις πρωτοβουλίες υψηλής και μακράς στόχευσης που οφείλει αυτή να αναλάβει, οι οποίες θα πρέπει το συντομότερο να τεθούν υπό τη διαχείριση μιας χωριστής Αναπτυξιακής Τουριστικής Εταιρίας. Αυτή μπορεί να συσταθεί σύμφωνα με τις προβλέψεις του νόμου και η οποία θα λειτουργεί ως Οργανισμός Διαχείρισης του Τουριστικού Προορισμού της Πελοποννήσου, και θα συνδέεται με φορείς του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα και την πανεπιστήμια ή την επαγγελματική εκπαίδευση. Η εταιρία θα διαχειρίζεται την τουριστική Προσφορά και Ζήτηση, ενώ κάτω από την οργανωτική δομή αυτής της εταιρίας θα πρέπει να υπάρξει μια αυτόνομη διεύθυνση διαδικτυακού Marketing. Η διαχείριση του τουριστικού branding της Πελοποννήσου, όπως και η διαχείριση δικτύων επιρροής, θα πρέπει να γίνεται σε συντονισμό της Περιφέρειας με τον ΕΟΤ και το Αρμόδιο Υπουργείο, στα πλαίσια μιας γενικότερης Εθνικής πολιτικής. (Σημειώνουμε εδώ πως, ένα από τα πρώτα θέματα που πρέπει να λυθεί είναι η ολοκληρωμένη αντιμετώπιση της Πελοποννήσου με τους επτά νομούς.)

Η στρατηγική για την τουριστική ανάπτυξη της Πελοποννήσου, ως βασικής συνιστώσας για μια ολοκληρωμένη περιφερειακή ανάπτυξη, δεν θέτει μονοδιάστατα την αποτελεσματική προώθηση και προβολή, την αξιοποίηση των νέων τάσεων του τουριστικού Marketing, ή το άνοιγμα νέων αγορών. Η επιτυχία αυτών των ενεργειών θα εξαρτηθεί από το ίδιο το προϊόν και την αυθεντικότητά του. Μάλλον μπορούμε να πουλήσουμε καλύτερα το προϊόν μας, αλλά είναι το ίδιο το προϊόν που θα κρίνει το τελικό αποτέλεσμα. Εξάλλου για να στηριχθεί η νέα στρατηγική, απαιτούνται νέα δομές και αντίληψη για το τουριστικό Marketing. Άμεσα ωστόσο, θα πρέπει να ξεκινήσουν ενέργειες όπως:

 Να μελετηθεί και να προετοιμαστεί η τουριστική διαχείριση του Ονόματος της Περιφέρειας, και των με διεθνή διαγωνισμό (σε εναρμόνιση με το εθνικό branding) για το λογότυπο της (ή και άλλων, όπως πχ η Αρκαδία) που μπορούν να χρησιμοποιηθούν).
 Να προετοιμαστεί ένα ειδικευμένο Portal στο διαδίκτυο, αποκλειστικά για την προώθηση του Τουριστικού προϊόντος της Πελοποννήσου με προέκταση στα social media.
 Να δημιουργηθεί θεσμός «πολιτιστικών πρέσβεων της Πελοποννήσου» με Ελληνικές και Ξένες προσωπικότητες, οι οποίοι θα συμβάλουν σε ένα μεγάλο πρόγραμμα προώθησης της ως προορισμού.
 Να πραγματοποιηθεί πρόγραμμα περιοδικών προσκλήσεων και ξενάγησης σε μια καλά σχεδιασμένη και αποκαλυπτική περιήγηση, διπλωματών, δημοσιογράφων, τουριστικών πρακτόρων κλπ
 Να μελετηθεί το περιεχόμενο, ο προϋπολογισμός, τα επιλεγόμενα για διαφημιστική καμπάνια και προωθητικές ενέργειες, με στόχους παλιές και νέες αγορές .

Στην πλευρά της διαχείρισης της τουριστικής προσφοράς, η Περιφέρεια, θα πρέπει να σχεδιάσει και να προωθήσει προγράμματα, με τα οποία θα μπορέσει να φέρει σε πέρας δράσεις όπως:
 Να συνδέσει χώρους ευρύτερου πολιτιστικού ενδιαφέροντος με έντονες τουριστικές εμπειρίας, με τη θεσμοθέτηση ενός Πελοποννησιακού Πολιτιστικού Φεστιβάλ, με ετήσιο προγραμματισμό δράσεων και γεγονότων πανελλήνιου και διεθνούς βεληνεκούς. (Αυτό θα ξεπερνά τις τοπικές παραδοσιακές εκδηλώσεις και ως τόποι μπορούν να επιλεγούν και να αξιοποιούνται -σε συνδυασμούς δικτύων- αρχαίοι ναοί, θέατρα, βυζαντινά μνημεία, ενετικά κάστρα, πόλεις, δρόμοι του κρασιού, περιοχές φυσικού κάλλους, ενώ τα θέματα μπορούν να εκτείνονται σε όλες τις μορφές τέχνης.)
 Να συμβάλει στην δημιουργία φάσματος συνεργιών σε άλλους τομείς, με παρεμβάσεις όπως η δημιουργία του Πελοποννησιακού Γαστρονομικού Καταλόγου. (Ενός καταλόγου καταγραφής και δυναμικού εμπλουτισμού, που θα στηρίζεται στην τοπική παραγωγή, θα προτείνεται από εστιατόρια -στα οποία θα δίνεται και σχετικό σήμα- θα βρίσκεται στο διαδίκτυο και θα εντάσσεται στη διεθνή ανάδειξη της Μεσογειακής Διατροφής ως ιδιαίτερης αξίας για τον άνθρωπο.)
 Να αξιοποιήσει την εξέχουσα θέση που κατέχει η Πελοπόννησος στην Ελληνική Μυθολογία, με την δημιουργία Δικτύου Μυθολογικών Πάρκων, (σχεδιασμένων με σύγχρονη αντίληψη, που συνδυάζουν πληροφόρηση, μάθηση και ψυχαγωγία, με τη χρήση των νέων τεχνολογιών και τη βοήθεια των εικαστικών τεχνών, απευθυνόμενα σε όλες τις ηλικίες,).
 Να εντάξει δυναμικά στον τουριστικό χάρτη τη νεότερη ιστορία, με τη δημιουργία Δικτύου Μουσείων του Αγώνα της Παλιγγενεσίας και της γέννησης του Ελληνικού Κράτους, (με σύγχρονη μουσειολογική αντίληψη, χρήση τεχνολογιών, αναπαραστάσεις γεγονότων και επιστημονική τεκμηρίωση, ώστε να αναδεικνύεται ως ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της Ευρωπαϊκής ιστορίας του 19ου αιώνα ).
 Να ενισχύσει το μίγμα του προϊόντος, θέτοντας υπό την αιγίδα της τη θεσμοθετημένη φιλοξενία μεγάλων ετήσιων θεματικών συνεδρίων διεθνούς βεληνεκούς (σε συνεργασία με τα πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και Πατρών, Ιδρυμάτων και μη κυβερνητικών οργανώσεων).
 Να αποτρέψει φαινόμενα «χάσματος προσδοκιών», με τη δημιουργία Σήματος Ποιότητας Τουριστικών Υπηρεσιών, με διαφανή κριτήρια, με διαδικασία πιστοποίησης, κατηγοριοποίηση και μηχανισμό ελέγχου, (παράλληλου, αλλά με διαφορετικές κατηγορίες και διαφορετικά κριτήρια από αυτά ου ΕΟΤ, ανάμεσα στα οποία θα πρέπει να βρίσκονται και η καινοτομία, η δικτύωση, η διαφοροποίηση, το μέγεθος, και όλα τα επιμέρους στοιχεία που εμπλουτίζουν το τουριστικό προϊόν)
 Να δημιουργήσει άμυλα ανάμεσα στους επιχειρηματίες και επαγγελματίες του κλάδου, προσφέροντας ηθική στήριξη και κοινωνική αναγνώριση, με τη θέσπιση βραβείων (με κριτήρια που αφορούν την ποιότητα και τη συμβολή στον εμπλουτισμό του τουριστικού προϊόντος).

Τέτοιες ενέργειες και πρωτοβουλίες, (και αρκετές ακόμη, αναπτυσσόμενες σε ένα μεσοπρόθεσμο ορίζοντα) θα δημιουργήσουν ένα νέο κλίμα, εντός του οποίου θα λειτουργήσουν πολλαπλασιαστές και καταλύτες, που θα οδηγήσουν σε μια μεγάλη ανανέωση του τουριστικού προϊόντος, θα συμβάλλουν στην άμβλυνση της εποχικότητας της τουριστικής ζήτησης και θα δημιουργήσουν τα ερείσματα μιας εκτεταμένης προβολής της Πελοποννήσου ως προορισμού.

Η Πελοπόννησος, χάρη στη γεωγραφική της θέση και το ανάγλυφό της, τις εναλλαγές και το λυρισμό των τοπίων της, το κλίμα της, τα αποτυπώματα της μακραίωνης ιστορίας και του πολιτισμού της, τα αγροτικά προϊόντα της, μπορεί, χωρίς καμία υπερβολή, να διεκδικήσει και καταλάβει στον τουριστικό χάρτη την θέση του ultimate destination, του απόλυτου-τελικού τουριστικού προορισμού. Μπορούμε να το πετύχουμε στα πλαίσια μιας αξιοβίωτης και ολοκληρωμένης περιφερειακής ανάπτυξης. Αυτό και τίποτα λιγότερο, πρέπει να είναι το όραμα και ο στόχος της νέα, αιρετής Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης.